“Ηθικές υποχρεώσεις, θεσμικός εξοπλισμός, σύγχρονες αρχιτεκτονικές πρακτικές & νεότερες προσεγγίσεις” -Η εισήγηση του Αρχιτέκτονα Οδυσσέα Σγουρού στην Ημερίδα για την Προσβασιμότητα

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ Ν. ΛΑΣΙΘΙΟΥ

29.11.2025

ΗΜΕΡΙΔΑ για την προσβασιμότητα και τη συμπερίληψη των ΑμεΑ

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΝΙΚ. ΣΓΟΥΡΟΣ, Αρχιτέκτων Μηχανικός ΕΜΠ

(Ελεγκτής προσβασιμότητας δημοσίων κτιρίων)  

ΘΕΜΑ ΕΙΣΉΓΗΣΗΣ :

ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ & ΣΥΜΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΩΡΟ                   

Ηθικές υποχρεώσεις, θεσμικός εξοπλισμός, σύγχρονες αρχιτεκτονικές πρακτικές & νεότερες προσεγγίσεις.

 

Η σχέση μου με την αναπηρία δεν είναι θεωρητική∙ είναι βαθιά βιωματική.  Ο πατέρας μου, ανάπηρος πολέμου, έζησε σχεδόν σαράντα χρόνια με ένα ξύλινο αριστερό πόδι. Ένα μέλος που δεν ήταν απλώς προσθετικό, αλλά υλικό ίχνος της βίας που γνώρισε, της Ιστορίας που τον σημάδεψε και της σιωπηλής αξιοπρέπειας με την οποία αντιμετώπισε τη ζωή. Έφυγε στα εξήντα επτά του χρόνια, αφού προηγουμένως είχε ζήσει μια καθημερινότητα γεμάτη προσπάθεια, κόπωση, επιμονή, αλλά ποτέ παραίτηση. Από μικρό παιδί τον παρακολουθούσα: πώς σηκωνόταν, πώς μετρούσε τα βήματα και τις δυνάμεις του, πώς προσάρμοζε το σώμα του στον χώρο, πώς πορευόταν με πείσμα χωρίς να ζητά ειδική μεταχείριση. Αυτό το καθημερινό μάθημα ανθρωπιάς με διαμόρφωσε βαθιά. Μου δίδαξε ότι η αναπηρία δεν είναι έλλειμμα, ούτε μια παθολογική απόκλιση, αλλά ένας άλλος τρόπος να κατοικείς τον κόσμο. Ένα άλλο ρυθμικό μέτρο, μια άλλη σχέση με τον χώρο, τον χρόνο και τους άλλους. Γι’ αυτό και το ζήτημα της προσβασιμότητας δεν είναι για μένα τεχνικό. Είναι ηθικό, πολιτισμικό και βαθιά πολιτικό. Είναι ένας τρόπος να απαντήσω στο ερώτημα: τι κάνει σήμερα η κοινωνία για ανθρώπους σαν τον πατέρα μου;

Η ιστορία της αναπηρίας αποδεικνύει ότι οι κοινωνίες αντιμετώπισαν ανά τους αιώνες την ανθρώπινη διαφορά με αμφισημία. Η αρχαία Σπάρτη ύψωσε το ιδεώδες του άψογου σώματος, οδηγώντας συχνά στον αποκλεισμό όσων δεν το πληρούσαν, ενώ η κλασική Αθήνα επέλεξε να στηρίξει τους τραυματίες πολέμου ως υποχρέωση της πόλης. Στη ρωμαϊκή περίοδο θεσπίστηκαν παροχές για ανάπηρους λεγεωνάριους, ενώ στον Μεσαίωνα η φροντίδα πέρασε στην Εκκλησία, συχνά μέσα από ένα πλαίσιο ελεημοσύνης που παγίωσε στερεότυπα και περιθωριοποίηση.

Η λογοτεχνία και η τέχνη υπήρξαν εξίσου αποκαλυπτικές. Από τον Ήφαιστο – θεό με κινητική αναπηρία αλλά ταυτόχρονα δημιουργό θεσπέσιων έργων -έως τον Τειρεσία που ταυτίζει την τύφλωση με σοφία και διορατικότητα, η αρχαιότητα δείχνει ότι η βλάβη δεν ταυτίζεται με την αδυναμία. Εξίσου συγκινητικά είναι μερικά νεότερα εικαστικά έργα: ο Bruegel απεικονίζει αναπήρους ως ισότιμα μέλη του κοινωνικού συνόλου∙ ο Rembrandt παρουσιάζει ένα τυφλό άνδρα με σκύλο με τρυφερότητα και αξιοπρέπεια. Η Frida Kahlo μετατρέπει τον πόνο σε υπαρξιακό και καλλιτεχνικό σχόλιο. Ο Bill Shannon, χορεύοντας με πατερίτσες, αποδομεί τα όρια της κίνησης. Η Riva Lehrer και η Alice Neel ανασχηματίζουν το πορτρέτο δίνοντας προτεραιότητα στο ανάπηρο σώμα ως φορέα ιστορίας και ταυτότητας. Αυτή η καλλιτεχνική διαδρομή μαρτυρεί πως η αναπηρία μπορεί να αποτελέσει πηγή νοήματος και όχι περιθωριακή εξαίρεση.

Απέναντι σε αυτά τα παραδείγματα ανθρωπιάς, το πρόγραμμα Aktion T4 της ναζιστικής Γερμανίας σημάδεψε την ιστορία ως το πλέον απάνθρωπο παράδειγμα συστηματικής εξόντωσης ανθρώπων με αναπηρία. Η μεταπολεμική Ευρώπη, συνειδητοποιώντας το βάθος αυτού του εγκλήματος, αναδιαμόρφωσε το αξιακό της υπόβαθρο και έθεσε τα θεμέλια μιας νέας δικαιωματικής προσέγγισης που κορυφώθηκε με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (2006). Η Σύμβαση μετακινεί την εστία από το άτομο στο περιβάλλον. Η βλάβη δεν είναι το πρόβλημα∙ πρόβλημα είναι οι φραγμοί που θέτει η κοινωνία. Αυτό σημαίνει πως η ισότητα εξαρτάται από τον τρόπο που οργανώνουμε τον κοινό χώρο, τα συστήματα μετακίνησης, την πληροφορία, τα κτίρια και τις κοινωνικές συμπεριφορές.

Η Ελλάδα ακολούθησε αυτή τη μετατόπιση σταδιακά αλλά ουσιωδώς. Οι πρώτες τεχνικές προδιαγραφές εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1980, ενώ οι Ολυμπιακοί και Παραολυμπιακοί Αγώνες του 2004 λειτούργησαν ως καταλύτες αναβάθμισης υποδομών. Με τον Νόμο 4074/2012 κυρώθηκε η Σύμβαση του ΟΗΕ, ενώ ο Νέος Οικοδομικός Κανονισμός εισήγαγε τον καθολικό σχεδιασμό ως υποχρεωτική αρχή. Ακολούθησαν η νομοθεσία για την ισότητα και την προστασία από διακρίσεις (Ν. 4488/2017) και η καθιέρωση της ψηφιακής προσβασιμότητας (Ν. 4727/2020). Σήμερα, τα Εθνικά Σχέδια Δράσης 2024-2030 επιχειρούν να συντονίσουν πολιτικές σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.

Ωστόσο, η προσβασιμότητα του 21ου αιώνα δεν περιορίζεται στη ράμπα και στον ανελκυστήρα∙ αφορά την τυφλότητα, την κώφωση, τη γνωστική και νοητική αναπηρία, τις ψυχοκοινωνικές δυσκολίες, τις αισθητηριακές ευαισθησίες και τις «αόρατες» αναπηρίες. Η κοινωνική ισότητα απαιτεί ακουστικούς οδηγούς, απτικούς χάρτες, καθαρή σήμανση, ασφαλείς χώρους ηρεμίας, ψηφιακά περιβάλλοντα προσβάσιμα σε όλους και συμπεριφορές που δεν αναπαράγουν αποκλεισμούς. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκαν δύο νέες θεωρητικές κατευθύνσεις: η «συλλογική προσβασιμότητα», που απαιτεί τη συμμετοχή των ίδιων των ανάπηρων ανθρώπων στον σχεδιασμό, και η «αρχιτεκτονική της αναπηρίας», που, σε βιβλία όπως του David Gissen (Παν.Εκδ, Κρήτης,2025) , ανατρέπει την ιδέα του «κανονικού σώματος» ως μοναδικού μέτρου της αρχιτεκτονικής σκέψης.

Η διεθνής αρχιτεκτονική έχει ήδη ενσωματώσει αυτές τις αντιλήψεις. Το Centre Pompidou στο Παρίσι (1977), με τις μεγάλες ράμπες και τη διαφάνειά του, άνοιξε τον δρόμο για έναν χώρο που προσφέρει ίσες ευκαιρίες κυκλοφορίας σε όλους. Η Όπερα του Όσλο λειτουργεί σαν τοπίο-ράμπα στο οποίο το κοινό κινείται ομαλά. Η High Line της Νέας Υόρκης αποτελεί παγκόσμιο πρότυπο για τον «συμπεριληπτικό αστικό σχεδιασμό». Το Ed Roberts Campus στην Καλιφόρνια είναι το πρώτο κτίριο που σχεδιάστηκε από ανάπηρους ανθρώπους για ανάπηρους ανθρώπους. Η βιβλιοθήκη Oodi στο Ελσίνκι, η Tate Modern στο Λονδίνο, το Kilden Performing Arts Center στη Νορβηγία, το Blind Association Building στο Μόναχο και το DeafSpace της Gallaudet University εκφράζουν όλες διαφορετικές πτυχές μιας πολυαισθητηριακής αρχιτεκτονικής. Ακόμη και έργα που δεν προορίζονται αποκλειστικά για αναπήρους, όπως τα Maggie’s Centres στη Βρετανία για ογκολογικούς ασθενείς ή το τέμενος Sancaklar στην Κωνσταντινούπολη, ανοίγουν νέους δρόμους για τη χωρική εμπειρία της ευαλωτότητας και της ήπιας, αβίαστης και φιλικής σωματικής εμπειρίας.

Στον Ελληνικό χώρο, το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος συνιστά εξαιρετικό παράδειγμα καθολικού σχεδιασμού. Το Νέο Μουσείο Ακρόπολης ακολουθεί μια καθαρή, ευανάγνωστη χωρική λογική με απτικές διαδρομές. Η Ακρόπολη, με τις παρεμβάσεις προσβασιμότητας και τον ανελκυστήρα πλαγιάς, επαναφέρει μια ιστορική συνέχεια που χάθηκε μετά τον 1ο αιώνα μ.Χ. με την καταστροφή της αρχικής ιστορικής ράμπας ανόδου που υπήρχε από την εποχή που ολοκληρώθηκε, ενώ η βασιλική του Saint-Denis στη Γαλλία αναδεικνύει πώς μπορεί η προσβασιμότητα να ενσωματωθεί σε μνημειακά σύνολα χωρίς να δημιουργεί αλλοιώσεις.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο σχεδόν τυφλός Έλληνας αρχιτέκτονας Μιχάλης Όρρος (1920-1991) αποτελεί μοναδική περίπτωση στην ευρωπαϊκή ιστορία της αρχιτεκτονικής. Σχεδίασε χώρους όπου η αφή, ο ήχος, οι εντάσεις του φωτός και η υλικότητα αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Το σπουδαίο έργο του αποδεικνύει ότι η αναπηρία μπορεί να αναδείξει νέες μορφές χωρικής ευαισθησίας και να εμπλουτίσει την ίδια την αρχιτεκτονική ως τέχνη της ζωής.

Παρά την πρόοδο, η ελληνική πραγματικότητα παραμένει άνιση: πεζοδρόμια απροσπέλαστα, ράμπες αποκλεισμένες, υπηρεσίες δυσπρόσιτες, ασφυκτικός και ανοργάνωτος δημόσιος χώρος. Η ΕΣΑμεΑ και άλλοι φορείς υπογραμμίζουν ότι η εφαρμογή υστερεί συστηματικά της νομοθεσίας. Παρ’ όλα αυτά, η κατεύθυνση είναι σαφής: η κοινωνία κινείται -συχνά αργά, αλλά σταθερά-προς ένα δημόσιο χώρο όπου η προσβασιμότητα χωρίς φραγμούς θα είναι κοινή υποχρέωση όλων μας και θα θεωρείται αυτονόητο καθημερινό δικαίωμα και όχι παραχώρηση.

Επιστρέφω εκεί απ’ όπου ξεκίνησα: στη μνήμη του πατέρα μου. Κάθε φορά που βλέπω έναν δημόσιο χώρο να γίνεται πιο ανοιχτός, πιο φιλικός, πιο συμπεριληπτικός, νιώθω ότι η κοινωνία μας έχει κάνει ένα ακόμη μικρό βήμα δικαιοσύνης για ανθρώπους σαν εκείνον. Η προσβασιμότητα είναι, πάνω απ’ όλα, ένας τρόπος να λέμε: «Σ’ αναγνωρίζω. Σε υπολογίζω. Σε συμπεριλαμβάνω.» Κι ένας κόσμος που μαθαίνει να το λέει αυτό όχι μόνο με λόγια και κανονιστικές ρυθμίσεις  αλλά με πράξεις, με κτίρια και δρόμους, με θεσμούς και κυρίως με συμπεριφορές, γίνεται ένας κόσμος πιο δίκαιος, πιο ανθρώπινος και αληθινά συμπεριληπτικός και δημοκρατικός.#

Oδυσσέας Ν. Σγουρός, Αρχιτέκτων Μηχανικός ΕΜΠ

Σχετικές δημοσιεύσεις

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com