Από το 1990 και μετά, το αίμα – Ουιγούρων και Κινέζων – ρέει στην επαρχία Σιντσιάνγκ

Όταν μια εθνοτική και θρησκευτική μειονότητα ζει σε μια περιοχή πλούσια σε πρώτες ύλες,

που συνιστά, επίσης, ενεργειακό πέρασμα για μια χώρα με ασύλληπτους ρυθμούς ανάπτυξης και τεράστιες ενεργειακές ανάγκες για την θηριώδη βιομηχανία της, όπως η Κίνα, τότε τα πράγματα είναι πολύ άσχημα για όλους και καταρχήν για την μειονότητα. Πολύ περισσότερο που η συγκεκριμένη μειονότητα, γνωστή ως Ουιγούροι, διεκδικεί την ανεξαρτησία της από την Κίνα, απειλώντας ακριβώς να την αποκλείσει από το ενεργειακό «Ελντοράντο» της Ρωσίας και των ασιατικών πρώην σοβιετικών δημοκρατιών.

Από το 1990 και μετά, το αίμα – Ουιγούρων και Κινέζων – ρέει στην επαρχία Σιντσιάνγκ, την οποία οι Ουιγούροι μοιράζονται – αλλά όχι με όρους καλής γειτονίας – με Κινέζους Χαν και άλλες εθνότητες.
Οι Ουιγούροι είναι τουρκικό φύλλο και μουσουλμάνοι, καθιστώντας την ακριτική αυτή κινεζική επαρχία, στο μεγαλύτερο μέρος της, μουσουλμανική. Συγκεκριμένα αποτελούν το 40% των 20 εκατομμυρίων κατοίκων της επαρχίας. Το γεγονός αυτό περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα αφού προκαλεί και το «ενδιαφέρον» της  Άγκυρας, η οποία βλέπει παντού «αλύτρωτους αδελφούς».

Η στρατηγική σημασία της επαρχίας Σιντσιάνγκ – συνορεύει με Ρωσία, Μογγολία, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν και Ινδία και διαθέτει πλούσιους φυσικούς πόρους – έχει ευλόγως προσελκύσει το επενδυτικό ενδιαφέρον του Πεκίνου, ωστόσο, οι Ουιγούροι υποστηρίζουν ότι έχουν αποκλεισθεί από το «πάρτι» και καταπιέζονται θρησκευτικά και πολιτισμικά.

Ο κύκλος της βίας

Η απάντηση ενός τμήματος των Ουιγούρων στην παραπάνω κατάσταση, είναι ένοπλη. Το 2013 και 2014 σειρά βομβιστικών επιθέσεων συντάραξαν την επαρχία με δεκάδες νεκρούς πολίτες, γεγονός το οποίο ενίσχυσε την ρητορική του Πεκίνου εναντίον τους, χαρακτηρίζοντάς τους «τρομοκράτες». Χαρακτηρισμό τον οποίο εμμέσως πλην σαφώς συμμερίζονται κατά διαστήματα και οι Αμερικανοί, οι οποίοι «φιλοξένησαν» και Ουιγούρους στο Γκουαντάναμο. Αντίστοιχα, άλλες χώρες υιοθέτησαν πολιτική απελάσεων των Ουιγούρων που κατέφευγαν σε αυτές ζητώντας άσυλο, επικαλούμενοι διώξεις εναντίον τους εκ μέρους του Πεκίνου.

Μόλις τον περασμένο Αύγουστο η Γερμανία αποφάσισε να σταματήσει όλες τις απελάσεις προς την Κίνα των Ουιγούρων. «Ο επαναπατρισμός των Ουιγούρων και άλλων μουσουλμανικών μειονοτήτων πρέπει να τερματιστεί μέχρι νεωτέρας», ανακοίνωσε το γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών. Όπως μετέδιδε το Αθηναϊκό Πρακτορείο, η συγκεκριμένη απόφαση ήρθε μετά από έντονη κριτική ότι η γερμανική κυβέρνηση αναγνώρισε στις αρχές Απριλίου την απέλαση κατά λάθος στο Πεκίνο ενός αιτούντος άσυλο Ουιγούρου. Ο αιτών άσυλο, ένας νεαρός άνδρας 22 χρόνων, απελάθηκε από την περιοχή της Βαυαρίας όπου ζούσε ενώ η υπόθεσή του όφειλε να ελεγχθεί από την Υπηρεσία Μετανάστευσης.

Βουλευτές αποκάλεσαν «σκανδαλώδη» την απέλαση, λέγοντας ότι οι ζωές των Ουιγούρων που ζουν κυρίως στην περιοχή Σιντσιάνγκ, βρίσκονται σε «κίνδυνο» μόλις απελαθούν στην Κίνα. Ο δικηγόρος του νεαρού άνδρα είπε ότι δεν έχει καμία είδηση του από τότε και εκφράζει φόβους ότι έχει συλληφθεί.

Η κρατική κινεζική προπαγάνδα συμπληρώνει την καταστολή, συνδέοντας του Ουιγούρους ακόμη και με το Ισλαμικό Κράτος. Το 2014, στην έξαρση των βομβιστικών επιθέσεων στην Σιντσιάνγκ που χρεώθηκαν στους Ουιγούρους, η αγγλόφωνη κυβερνητική εφημερίδα της Κίνας «Global Times» υποστήριζε ότι μέλη των Ουιγούρων φέρονταν να έχουν εγκαταλείψει τη χώρα τους προκειμένου να εκπαιδευτούν από μαχητές του Ισλαμικού Κράτους.

«Δεν θέλουν μόνο να εκπαιδευτούν σε τεχνικές τρομοκρατίας, αλλά επίσης να διευρύνουν τους δεσμούς τους με διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις συμμετέχοντας σε πραγματικές μάχες με στόχο να λάβουν υποστήριξη για την κλιμάκωση των τρομοκρατικών ενεργειών στην Κίνα» έγραφε η εφημερίδα Global Times επικαλούμενη στελέχη μυστικών υπηρεσιών. Τα κινεζικά δικαστήρια έχουν καταδικάσει δεκάδες Ουιγούρους σε θάνατο τα τελευταία χρόνια με την κατηγορία της «τρομοκρατίας», ενώ έχουν καταστέλλει και διαδηλώσεις διαμαρτυρίας. Η μειονότητα προσπαθεί να απαντήσει αναλόγως.

Χαρακτηριστικά της κατάστασης που επικρατεί στην επαρχία είναι τα αιματηρά γεγονότα που έλαβαν στις 5 Ιουλίου του 2009. Ουιγούροι επιτέθηκαν σε Κινέζους Χαν στο Ουρούμτσι, έπειτα από διαδηλώσεις για τις επιθέσεις Χαν εναντίον Ουιγούρων εργατών στη Νότια Κίνα λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Δύο μέρες μετά, ακολούθησε νέα επίθεση εκδίκησης των Χαν. Από τις ταραχές έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον 197 άτομα και περίπου 1.600 τραυματίστηκαν.

Το 2017, το Πεκίνο περνά σε νέο επίπεδο καταστολής εναντίον της μειονότητας. Σύμφωνα με καταγγελίες του Παρατηρητηρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, οι κινεζικές αρχές προχώρησαν στην δημιουργία βάσης δεδομένων γενετικού υλικού των Ουιγούρων. Σύμφωνα με την καταγγελία, οι αρχές συλλέγουν δείγματα DNA, δαχτυλικών αποτυπωμάτων και άλλα βιομετρικά στοιχεία, των κατοίκων της επαρχίας. Ο έλεγχος μεταξύ άλλων περιλαμβάνει σκανάρισμα ίριδας και υποχρεωτική καταγραφή ομάδων αίματος και σε αυτόν υπόκεινται όλοι οι Ουιγούροι κάτοικοι της επαρχίας ηλικίας από 12 έως 65 ετών, ενώ το μέτρο υπολογίζεται ότι αφορά σε περίπου 11 εκατομμύρια ανθρώπους.

Τα «κέντρα επανεκπαίδευσης»

Σημαντικό γρανάζι του κατασταλτικού μηχανισμού εναντίον του Ουιγούρων αποτελούν τα λεγόμενα «κέντρα επανεκπαίδευσης». Ουσιαστικά πρόκειται για στρατόπεδα όπου κρατούνται ίσως και ένα εκατομμύριο Ουιγούροι – σύμφωνα με καταγγελίες της Δύσης – και στα οποία λαμβάνει χώρα ένα πρόγραμμα «διαπαιδαγώγησης», επικεντρωμένο στην «κινεζοποίηση» του Ουιγούρων και την απο-θρησκευτικοποίησή τους. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται, όπως καταγγέλλουν Ουιγούροι που πέρασαν από αυτό και αργότερα διέφυγαν στο Καζαχστάν, εκμάθηση της κινεζικής γλώσσας, «πατριωτική» εκπαίδευση και ιδεολογική καθοδήγηση.

Τον περασμένο Οκτώβριο, σύμφωνα με το Al Jazeera το Πεκίνο προσπάθησε να διασκεδάσει τις διεθνείς καταγγελίες ανακοινώνοντας αναθεωρημένους κανόνες λειτουργίας αυτών των στρατοπέδων, καλώντας τις τοπικές αρχές της επαρχίας να αντιμετωπίσουν την «τρομοκρατία» δημιουργώντας «κέντρα επαγγελματικής εκπαίδευσης» που θα εφαρμόζουν την «εκπαιδευτική μεταμόρφωση ανθρώπων που έχουν επηρεαστεί από τον εξτρεμισμό».

Ουσιαστικά δεν αλλάζει η ουσία της λειτουργίας τους. Τα κέντρα θα πρέπει να διδάσκουν κινέζικα, νομικές έννοιες, να τρέχουν προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, και να πραγματοποιούν «εκπαίδευση σκέψης», σύμφωνα με την ιστοσελίδα της περιφερειακής κυβέρνησης της επαρχίας. Μια αρχική εκδοχή των κανόνων λειτουργίας αυτών των κέντρων που δημοσιοποιήθηκαν τον Μάρτιο του 2017 περιελάμβανε έναν μακρύ κατάλογο απαγορεύσεων θρησκευτικής συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων γενειάδων και των μαντήλων. Ενθάρρυνε επίσης τις τοπικές κυβερνήσεις να συμμετάσχουν σε έναν «εκπαιδευτικό μετασχηματισμό», όρος ο οποίος «μεταφράστηκε» στην Δύση ως ευφημισμός για την πλύση εγκεφάλου.

Ουσιαστικά, οι νέοι κανονισμοί ερμηνεύθηκαν από τους επικριτές του Πεκίνου ως μια απλή προσπάθεια τυποποίησης της διαχείρισης των κέντρων, η οποία μέχρι τώρα γινόταν αποσπασματικά. Το Πεκίνο αρνείται κατηγορηματικά τις αναφορές για μαζική κράτηση πολιτών του σε στρατόπεδα. Υποστηρίζει ότι παρέχει επαγγελματική και γλωσσική κατάρτιση σε άτομα που έχουν καταδικαστεί για μικρά εγκλήματα.
Ωστόσο οι μαρτυρίες πρώην κρατουμένων πληθαίνουν στα διεθνή ΜΜΕ και παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική και πιο σκοτεινή εικόνα.

Τον Ιούλιο ένας πρώην δάσκαλος σε ένα από τα κέντρα αυτά, ανέφερε σε δικαστήριο στο Καζαχστάν ότι «στην Κίνα τα ονομάζουν πολιτικά στρατόπεδα, αλλά στην πραγματικότητα είναι φυλακές στα βουνά». Το γερμανικό περιοδικό Spiegel βρήκε Ουιγούρους πρόσφυγες στο Καζαχστάν και ανάμεσά τους πρώην κρατούμενους στα παραπάνω κέντρα. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, «μας βασάνιζαν όταν κάναμε λάθη» και «κάθε πρωί μας ανάγκαζαν να παινεύουμε τον Ξι Τσιμπίνγκ, τον Κινέζο πρόεδρο, λέγοντας πως θέλαμε να ζήσει 10.000 χρόνια.». Φώναζαν συνθήματα τύπου «η Κίνα είναι μεγαλύτερη και πιο ανεπτυγμένη από όλες τις άλλες χώρες», ενώ τα απογεύματα είχαν ιδεολογικά μαθήματα για τα κομματικά συνέδρια και τις επιτυχίες της Κίνας.

«Η κατήχηση δεν ήταν το χειρότερο κομμάτι», αναφέρει μια μαρτυρία που φιλοξενεί το Spiegel, «αλλά μας κρατούσαν υπό έλεγχο όλο το χρόνο. Υπήρχαν κάμερες στα κελιά μας, ακόμη και στα ντους. Οι φρουροί μας έκαναν ό,τι ήθελαν, σε σημεία όπου δεν υπήρχαν κάμερες. Μα χτυπούσαν και μας φωτογράφιζαν γυμνούς». Οι νέες γυναίκες, αναφέρει η μαρτυρία, ήταν ανυπεράσπιστες και οι παλαιότεροι που είχαν ξεχάσει πώς να γράψουν κινέζικους χαρακτήρες τιμωρούνταν με χτυπήματα από ραβδί.

Η καθημερινή ρουτίνα στα στρατόπεδα, όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες, είναι αυστηρή: Έγερση στις 6 π.μ., ραδιοφωνική προπαγάνδα από τις 8 π.μ. έως τις 10 π.μ. μαθήματα από τις 10 π.μ. έως το μεσημέρι. Γεύμα. Τραγούδι από τις 2 μ.μ. έως τις 4 μ.μ. και στη συνέχεια  μαθήματα από τις 4 μ.μ. έως τις 6 μ.μ. Ραδιοφωνική προπαγάνδα από τις 8 μ.μ. έως τις 10 μ.μ. Τακτικές ομαδικές συνεδρίες όπου οι απόψεις των «αναμορφωμένων» εξετάζονται προσεκτικά. «Θα μας ευχαριστήσετε επειδή η εκπαίδευσή μας είναι καλή για το μέλλον σας», τους λέγανε οι εποπτεύοντες.

Σύμφωνα με άλλη μαρτυρία, στα τέλη του 2016 άρχισαν να κλείνουν τα ουιγουρικά σχολεία και να αντικαθίστανται από κινεζικά. Ταυτόχρονα, οι αρχές καλούσαν τον πληθυσμό να παρακολουθήσει τα μαθήματα στα «ανοιχτά εκπαιδευτικά κέντρα». Αρχικά, οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι τα μαθήματα ήταν εθελοντικά. Αλλά άρχισαν να φτιάχνουν καταλόγους στους οποίους κατηγοριοποιούσαν τον πληθυσμό ως «αξιόπιστους, μεσαίους, αναξιόπιστους». Σύμφωνα με το Spiegel, όσοι είχαν μείνει μακριά από τα εκπαιδευτικά κέντρα άρχισαν να εξαφανίζονται. Ολόκληρα μουσουλμανικά χωριά εκκενώθηκαν και τα παιδιά των συλληφθέντων γονιών κατέληξαν σε κρατικά ορφανοτροφεία.

Ο διεθνής παράγοντας

Αν και το ζήτημα των Ουιγούρων παρέμενε πάντα στην επιφάνεια από τις διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ωστόσο, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η Δύση «συμμεριζόταν», έστω εμμέσως, τις αιτιάσεις του Πεκίνου για τον κίνδυνο της «εσωτερικής τρομοκρατίας». Αυτό φαίνεται να αλλάζει και δεν είναι μόνο η στάση της Γερμανίας που αποφάσισε να σταματήσει τις απελάσεις Ουιγούρων στην Κίνα.

Ο εμπορικός πόλεμος που κήρυξε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εναντίον της Κίνας αποτελεί αντικειμενικά μια αιτία αναμόχλευσης του ζητήματος των μειονοτήτων από την Ουάσιγκτον. Άλλωστε, οι ΗΠΑ είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται ή όχι για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ανάλογα με τα κάθε φορά συμφέροντά τους, άσχετα αν παραβιάζονται ή όχι ανθρώπινα δικαιώματα κατά περίπτωση.

Έτσι, μόλις πριν λίγες μέρες το Al Jazeera μετέδωσε ότι στις ΗΠΑ βρίσκεται σε εξέλιξη μια νομοθετική πρωτοβουλία για την υιοθέτηση, από τον Τραμπ, σκληρότερης στάσης έναντι της Κίνας, με αιχμή τους Ουιγούρους, συμπεριλαμβανομένων και κυρώσεων. Θα ζητηθεί επίσης από τον Τραμπ να καταδικάζει τις ενέργειες της Κίνας στην επαρχία Σιντσιάνγκ, να ζητήσει τον διορισμό νέου «ειδικού συντονιστή» για την αμερικανική πολιτική σχετικά με το θέμα και να ζητήσει απαγόρευση της εξαγωγής τεχνολογίας που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το Πεκίνο για επιτήρηση και μαζική κράτηση των Ουιγούρων, εννοώντας τα «κέντρα αναμόρφωσης».

Το Al Jazeera ωστόσο εκτιμά, ότι οποιαδήποτε απόφαση για επιβολή κυρώσεων θα ήταν μια σπάνια κίνηση όσον αφορά τους λόγους των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά της Κίνας. Όπως και να έχει, ο Λευκός Οίκος δεν έχει σχολιάσει ακόμη την νομοθετική πρωτοβουλία. Πάντως, οι Ουιγούροι ακτιβιστές στις ΗΠΑ διαδήλωσαν υπέρ της ανεξαρτησίας τους, δεδομένου ότι θεωρούν την 12η Νοεμβρίου ως ημέρα ίδρυσης των βραχύβιων Ουιγουρικών δημοκρατιών, γνωστών και ως Ανατολικό Τουρκεστάν, στο έδαφος εκείνης της πολύπαθης κινεζικής επαρχίας.

tvxs.gr

Σχετικές δημοσιεύσεις

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com