Ο Maurice Born στο Λατώ fm: «Μέχρι να πάει ο Ρεμουντάκης το ’36 στη Σπιναλόγκα η ζωή των λεπρών ήταν φρίκη – Εάν το Νησί δεν ενταχθεί στα Μνημεία της UNESCO σε 5-10 χρόνια θα γίνει κάτι αμιγώς τουριστικό»

Στο στούντιο του Λατώ fm και στην εκπομπή του Νίκου Σγουρού «Πρώτη ματιά στην ενημέρωση» βρέθηκε ο σκηνοθέτης, συγγραφέας, ανθρωπολόγος και επίτιμος δημότης του Αγίου Νικολάου Maurice Born, από τους πλέον κατάλληλους να μιλήσουν για την χθεσινή Παγκόσμια Ημέρα κατά της Λέπρας, έχοντας ο ίδιος μελετήσει επισταμένως και εις βάθος τη Σπιναλόγκα, που από το 1904 ως το 1957 λειτούργησε, ως γνωστόν, ως λεπροκομείο.

Ο κ. Born, γεννημένος στην Bienne της Ελβετίας αλλά μόνιμος πλέον κάτοικος και λάτρης της Κρήτης, έχει ασχοληθεί ενδελεχώς με τη μελέτη της Σπιναλόγκας, έχοντας παρουσιάσει το 1978 παρουσίασε το Ντοκιμαντέρ «Η τάξη» (L’ Ordre) μαζί με τον Jean- Daniel Pollet, που αναφερόταν στην Σπιναλόγκα και την μοναδική συγκλονιστική συνέντευξη από τον Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη,  ενώ έχει γράψει και βιβλίο «Vies et morts d’un Cretois lepreux» («Ζωές και θάνατοι ενός κρητικού λεπρού»), με  αναφορά στη μεγάλη αυτή φυσιογνωμία που σφράγισε με τη ζωή και την πολυκύμαντη δράση του το χανσενικό κίνημα στην Ελλάδα.

«To πιο σημαντικό σημείο ήταν η συνάντηση με τον Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, γιατί μού έμαθε πάρα πολλά πράγματα. Έμεινα στη Σπιναλόγκα τρία χρόνια για να μελετώ τη ζωή των λεπρών, μετά πήγα στο Νοσοκομείο στο Αιγάλεω και έμεινα περίπου για δύο χρόνια με τον Ρεμουντάκη. Τού είπα να μου διηγηθεί την ιστορία από την πλευρά των λεπρών, γιατί εδώ είχα ακούσει πολλά ψεύτικα πράγματα. Δηλαδή, πώς ήταν η καθημερινή ζωή στο νησί, πώς ήταν οι σχέσεις με το γιατρό, κλπ. Στο τέλος μπορούσα έτσι να έχω μια όψη από τη ζωή των λεπρών. Ο Ρεμουντάκης μπήκε στη Σπιναλόγκα το ’36, έως τότε η ζωή εκεί ήταν φρίκη. Κι ακόμη δεν τα ξέρουμε όλα για εκείνη την πρώτη περίοδο. Στη Σπιναλόγκα ήταν άνθρωποι φτωχοί, από τα Κρητικά χωριά και μην ξέροντας ούτε να γράψουν ζήτησαν από τον Ρεμουντάκη που είχε σπουδάσει 3 χρόνια Νομική να τους βοηθήσει«.

«Όπως μού είπε ο Ρεμουντάκης ‘αφού η ζωή μου είναι χαμένη, θα τη δώσω όλη για να πολεμώ για τους λεπρούς της Σπιναλόγκας’. Άλλαξε σταδιακά τελείως τη ζωή στο Νησί, ενώ με την Αδελφότητα που έφτιαξε βοήθησε και τους πιο φτωχούς, μέσα σε 6-7 χρόνια δημιουργήθηκε μια κοινωνία. Όχι όμως με τη βοήθεια του κράτους. Μόνοι τους και εναντίον τού κράτους. Και αυτό δεν άρεσε στο κράτος γιατί ήθελαν να φτιάξουν κάτι σαν Νοσοκομείο με απομονωμένους ανθρώπους. Το κράτος δεν έκανε τίποτα για την κατάσταση των λεπρών στο Νησί».


«Κατά τη γνώμη μου η λέπρα ποτέ δεν ήταν επικίνδυνη. Χρειαζόταν 7 χρόνια για να μείνουν ελεύθεροι οι λεπροί του Νησιού.  Το 1957 που τους άφησαν, νόμιζαν ότι οι άνθρωποι αυτοί θα γύριζαν στα σπίτια τους. Αποκλείεται να γινόταν αυτό. Οι οικογένειές τους είχαν αλλάξει τη ζωή τους και αυτός που γυρνά μετά από 40 χρόνια δεν είχε θέση στο χωριό, ενώ και τα χωριά φοβήθηκαν. Έτσι οι περισσότεροι πήγαν στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νοσημάτων και έχτιζαν εκεί σπίτια μικρά και έμεναν. Έτσι έκανε και ο Ρεμουντάκης. Η κοινωνία δεν ήθελε να τους αποδεχτεί πίσω αλλά και εκείνοι δεν την ήθελαν όταν είδαν τι είχε γίνει η κοινωνία μας».

«Για να έχουμε μια καλή εικόνα για τη λέπρα θα πρέπει ναμάθουμε στον κόσμο τί είναι, πώς θεραπεύεται και όχι πώς ήταν πριν 20-30 χρόνια αλλά πώς είναι σήμερα. Η Ιατρική προσπαθεί να βρει τώρα ένα τελείως καινούργιο δρόμο. Η λέπρα έχουμε καταλάβει ότι είναι μια γενετική αρρώστια, κανεις δεν μπορεί να την πάρει εάν δεν έχει γενετική προδιάθεση. Και εκεί δουλεύουν οι έρευνες. Έχει πάει σε άλλο επίπεδο η συζήτηση από το ‘θα με κολλήσεις’, αλλά στο μυαλό του κόσμου έχει μείνει ο φόβος!


Αναφερόμενος στο σίριαλ «Το Νησί» και το ομώνυμο βιβλίο της Βικτόριας Χίσλοπ είπε πως «πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δείχνει κάποιες σωστές λεπτομέρειες από τη Σπιναλόγκα, αλλά γενικά είναι τελείως έξω από την αλήθεια – και δεν ήθελε και να είναι μέσα στην αλήθεια. Ήταν κάτι που άρεσε στον κόσμο γιατί τού έδωσε μια εικόνα που του άρεσε».

Ερωτώμενος για τις προσπάθειες του Δήμου και των φορέων για την ένταξη της Σπιναλόγκας  στον Κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO τόνισε πως «είναι κάτι που μπορεί να βοηθήσει να κρατηθεί το Νησί ως ιστορικό μνημείο. Φοβάμαι πως εάν δεν είναι στην UNESCO, σε 5-10 χρόνια όλο αυτό θα γίνει κάτι το αμιγώς τουριστικό. Γνωρίζω ότι η UNESCO προσπαθεί να προστατεύει τα μνημεία κλπ, εάν και εγώ προσωπικά δεν την βλέπω για μια’φανταστική λύση’. Έχω δει άλλα μέρη που πήγε η UNESCO και χάλασε όλη την περιοχή».

Σχολίασε ακόμη και τη σημερινή Διεθνή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος, λέγοντας πως «έχω δουλέψει κοντά σε Νταχάου και Άουσβιτς και ακόμη δεν έχουμε καταλάβει πώς ήταν δυνατόν να γίνει. Ακόμη ο δικός μας αιώνας δεν το έχει χωνέψει. Και νομίζω δεν θα το χωνέψει ποτέ. Δεν υπάρχει μια εβδομάδα που να μην παίζει εκπομπή για αυτό το θέμα, που ήταν πριν από 75 χρόνια. Δεν μπορούμε να το χωνέψουμε, είμαστε εκεί γύρω και το ξανασκεφτόμαστε».

Ακούστε εδώ όλη τη συζήτηση:

Σχετικές δημοσιεύσεις